ce-engage-kids

Το άγχος είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων ψυχολογικών διαταραχών αλλά και ένα σήμα κινδύνου. Οι Κοινωνικοί παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη των διαταραχών άγχους σε παιδιά έχουν λάβει ιδιαίτερη προσοχήκατά την τελευταία δεκαετία. Πλήθος άρθρων εξετάζουν την επιρροή των γονέων και των συνομηλίκων για την ανάπτυξη και συντήρηση του άγχους.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΛΟΥΝ ΣΤΟ ΑΓΧΟΣ

Η σύνδεση (attachment) φροντιστή- παιδιού

Οι πρώτες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις του παιδιού συμβαίνουν με τους πρωτογενής φροντιστές του. Η πρωταρχική αυτή σχέση γονέα- παιδιού αποτέλεσε το επίκεντρο τόσο θεωρητικής όσο και εμπειρικής έρευνας. Οι Ainsworth, Blehar, Waters και Wall (1978) προσδιόρισαν συγκεκριμένα πρότυπα της σχέσης βρέφους- φροντιστή με βάση τις απαντήσεις στο κλασικό πείραμα της “παράξενης κατάστασης“.

Η “παράξενη κατάσταση” συνεπάγεται την παρατήρηση της συμπεριφοράς του βρέφους ή του μικρού παιδιού, κατά τη διάρκεια μιας σειράς διαχωρισμών και επανασυνδέσεων με τον φροντιστή, καθώς και τις αλληλεπιδράσεις με έναν ξένο τόσο με την παρουσία όσο και με την απουσία του φροντιστή. Ένα σημαντικό σώματης έρευνας έχει αποδείξει τη συσχέτιση μεταξύ της ανασφαλούς σύνδεσης (attachment) και της μετέπειτα ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών (Morris &March, 2004).

To γονεϊκό Style

Το άγχος της παιδικής ηλικίας έχει συσχετισθεί με το (λεγόμενο) γονεϊκό στυλ που χαρακτηρίζεται από περιορισμένες εκφράσεις της φροντίδας και ζεστασιάς και ακραίες επιδείξεις ελέγχου και υπερπροστασίας (π.χ., Duggan, Sham, Minne, Lee, &Murray, 1998, Wiborg & Dahl, 1997), όπως αναφέρουν οι (Morris & March, 2004 σ.64).

Η Οικογενειακή κοινωνικότητα

Γονείς οι οποίοι είναι αγχώδεις σε κοινωνικές καταστάσεις μπορεί είναι λιγότερο πιθανόν να διευκολύνουν την κοινωνική συμμετοχή των παιδιών τους. Πράγματι, γονικές αναφορές σε σχέση με την έκταση του κοινωνικού τους δικτύου έχουν βρεθεί να σχετίζονται με την έκταση των κοινωνικών δικτύων των παιδιών τους (π.χ., τον αριθμό των συμπαικτών, την ποιότητα των κοινωνικών επαφών μετά το σχολείο, την αυτοαναφερόμενη μοναξιά). Ενήλικες με κοινωνική φοβία χαρακτηρίζουν τους γονείς τους ως λιγότερο κοινωνικούς σε σχέση με τους ίδιους (οπ.σ.64).

Οι σχέσεις με τους συνομήλικους

Οι αλληλεπιδράσεις των παιδιών με τους συνομηλίκους είναι ζωτικής σημασίας για τη βέλτιστη ανάπτυξη της κοινωνικής και συναισθηματικής ικανότητας τους. Η αλληλεπίδραση αυτή δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά με τις οικογενειακές επιρροές, αλλά και συμβάλλει μοναδικά στην κοινωνική και την πνευματική λειτουργία του παιδιού (Hartup, 1979). Οι κοινωνικές σχέσεις των παιδιών με τους συνομηλίκους έχουν εξεταστεί σε ομαδικό και δυαδικό επίπεδο. Στο επίπεδο της ομάδας, το καθεστώς (status) ενός παιδιού υποδηλώνει την κοινωνική θέση μέσα στην ομάδα των συμμαθητών, ενώ η φιλία αναφέρεται σε μια δυαδική σχέση που απαιτεί αμοιβαία και εθελοντική επιλογή μεταξύ δύο συγκεκριμένων ατόμων. Η δημιουργία και η συντήρηση ρομαντικών σχέσεων, κατά τη διάρκεια της εφηβείας, μπορεί να είναι μια ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία για τους εφήβους, μιας και τα αυξημένα επίπεδα άγχους παρεμβαίνουν στην ανάπτυξη δεσμών οικειότητας (οπ.σ.64).

Η ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΧΟΣ

H ανησυχία (worry) είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του άγχους. Η ανησυχία στους ενήλικες υπήρξε στο επίκεντρο της προσοχής των ερευνητών σε αντίθεση με τα παιδιά που δεν έχει λάβει παράλληλη προσοχή. Δεδομένης της σπανιότητα της έρευνας για την παιδική ανησυχία, η τρέχουσα γνώση θα πρέπει να θεωρείται εύπλαστη και ελλιπής.

Στα παιδιά με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (GAD) η ανησυχία παρουσιάζεται τις περισσότερες ημέρες, είναι δύσκολο να ελεγχθεί και να να γίνει ανεκτή και διαρκεί περισσότερο από 6 μήνες.

Επιπροσθέτως παρουσιάζονται πλήθος φυσιολογικών συμπτωμάτων (π.χ., ανησυχία, κόπωση, μυϊκή ένταση, διαταραχές του ύπνου) και γνωστικά συμπτώματα (π.χ., ευερεθιστότητα και προβλήματα συγκέντρωσης) μπορεί να συνοδεύσουν την ανησυχία. Σωματικά συμπτώματα, όπως μυϊκή ένταση, στομαχόπονους, πονοκεφάλους είναι επίσης κοινά (Schroeder, 2004). Τα παιδιά με GAD είναι συχνά τελειοθηρικά (perfectionistic). Εμφανίζουν γνωστικές στρεβλώσεις (υπεργενίκευση, καταστροφολογία, διχοτομική σκέψη) οι οποίες τα οδηγούν να πιστεύουν ότι ένα μικρό λάθος μπορεί να είναι σημάδι πλήρους αποτυχίας. Εάν η εργασία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί τέλεια, δεν θα ολοκληρωθεί καθόλου. Δεν είναι ασυνήθιστο για τα παιδιά να εγκαταλείψουν ή να αποφύγουν δραστηριότητες αν θεωρούν ότι οι επιδόσεις τους μπορεί να υπολείπονται της τελειότητας.

Σε αυτό το πνεύμα, τα παιδιά με GAD μπορεί να ασκούν υπερβολική αυτοκριτική. Επιπροσθέτως, παιδιά με GAD μπορεί να απαιτούν συχνές και υπερβολικές διαβεβαιώσεις. Μπορεί να μην είναι σε θέση ναπροχωρήσουν σε εργασίες χωρίς συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι είναι “στο σωστό δρόμο” ή “μια χαρά”.

Η Αυτοσυνείδηση (Self-consciousness) μπορεί να εκδηλωθείως άκαμπτη προσκόλληση σε κοινωνικές νόρμες και κανόνες (π.χ., κονφορμιστικό ντύσιμο και ιδιόρρυθμη συμπεριφορά) ή μια απροθυμία να εκτελέσουν συμπεριφορές που θα μπορούσαν να «αξιολογηθούν» από άλλους (πχ άρνηση να διαβάσουν ή να τραγουδήσουν δυνατά μπροστά σε κοινό).

Παιδιά με GAD φέρνουν συχνά την ταμπέλα του υπέρ- ώριμου κάτι σαν “μικροί ενήλικες” (Kendall,Krain, & Treadwell, 1999; Strauss, 1990), όπως αναφέρει η (Schroeder, 2004).

ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΥ

Η Διαταραχή άγχους αποχωρισμού είναι μια κοινή ψυχιατρική διαταραχή της παιδικής και της πρώιμης εφηβικής ηλικίας και χαρακτηρίζεται από ένα μη ρεαλιστικό και υπερβολικό φόβο του χωρισμού από μια φιγούρα προσκόλλησης, (συνήθως έναν ή και τους δύο γονείς), ο οποίος παρεμβαίνει σημαντικά με στις καθημερινές δραστηριότητες.

Τα παιδιά και οι έφηβοι που πάσχουν από άγχος αποχωρισμού ανησυχούν ότι κάποια καταστροφή μπορεί να συμβεί στα ίδια ήτους γονείς τους έτσι ώστε να μην μπορούν να επανενωθούν.

Η θεωρία της προσκόλλησης του Bowlby τονίζει την αξία που έχει για την επιβίωση των βρεφών η εγγύτητα αλλά και η διαθεσιμότητα των φροντιστών. Όταν η εγγύτητα μεταξύ του βρέφους και του φροντιστή είναι ανεπαρκής (δηλ., όταν αποχωρίζονται), μια έντονη συγκινησιακή απόκριση παράγεται (αγωνία ή άγχος αποχωρισμού ). Το φυσιολογικό άγχος αποχωρισμού εντείνεται συνήθως κατά την πρώιμη παιδική ηλικία και στη συνέχεια υποχωρεί σταδιακά σε ηλικία 3 έως 5 ετών (Kagan, Kearsley, και Zelazo, 1978).