“When someone deeply listens to you, your bare feet are on the earth, and a beloved land that seemed distant is now at home within you”  John Fox

 

Στην ψυχοθεραπευτική γλώσσα ο αναστοχασμός (reflection) αναφέρεται στη  σκέψη  που εμφανίζεται μετά από κάποιο στοχασμό  (Barnhart, 1973).

Στην κλινική πρακτική η έννοια  του αναστοχασμού πρωτοεμφανίστηκε από τον Νορβηγό Ψυχίατρο T. Andersen ο οποίος χρησιμοποιούσε ομάδες ειδικών  (αναστοχαστικές ομάδες) που σκοπό είχαν  να μοιραστούν με τους θεραπευτές και τις οικογένειες, σκέψεις και συναισθήματα  σε σχέση με όσα παρακολούθησαν κατά τη διάρκεια μιας  θεραπευτικής συνεδρίας.

Ο White (1995) απ την άλλη,  εκφράζει τις ανησυχίες τους  για τις δυσκολίες που ενυπάρχουν στο εγχείρημα, του αναστοχασμού.  H κριτική του εστιάζει  στον υπαρκτό φόβο της κυριαρχίας των φωνών που επικεντρώνονται στα προβλήματα και τις μειονεξίες των ανθρώπων.

Mε ποιόν τρόπο  άραγε θα μπορούσαμε  οι θεραπευτές  να χωρίσουμε την ήρα απ το στάρι;

Ο κίνδυνος να αναπτυχθεί ένας παθολογικός λόγος   είναι πάντοτε  υπαρκτός. Ως άνθρωποι  είμαστε εξοικειωμένα με την κριτική (του εαυτού και των άλλων), ενώ ως θεραπευτές εκπαιδευόμαστε σε μοντέλα  που εστιάζουν σχεδόν  μονόπλευρα  στην αναζήτηση συμπτωμάτων, ελλείψεων  και διαταραχών.

Ο παθολογικός λόγος όμως προκαλεί  επίταση της απομόνωσης και αποξένωσης των ανθρώπων.

Στόχος   του θεραπευτή, θα πρέπει να είναι κατά τον White, η επικέντρωση στις δυνατότητες, τα αποθέματα, τις εξαιρέσεις (ακόμη και τις πιο μικρές) που δεν επιβεβαιώνουν το κανόνα του προβλήματος με το οποίο προέρχονται οι άνθρωποι στη θεραπεία.

Είναι σημαντικό επομένως  οι θεραπευτές να προσπαθούμε να αναδείξουμε  τις πιο παραμελημένες πτυχές της ζωής των πελατών μας.

Όλες οι φωνές μέσα μας είναι εξίσου έγκυρες, όλες οι όψεις της ζωής των ανθρώπων είναι εξίσου υπαρκτές.  Ο σκοπός της θεραπείας δεν είναι να αντικατασταθεί ο μονόλογος  της διαταραχής, με τον μονόλογο της “υγείας”, αλλά να αναδειχθεί η πολυφωνία που μπορεί να συνθέσει σε ένα ανώτερο επίπεδο μια καινούργια συμφωνία αποδοχής (consesus) όλων των πλευρών του Εαυτού.

Για την Weingarten (2016), ένας καλός αναστοχασμός  είναι αυτός  που,  ως επί το πλείστον, μένει σε αυτό που ο πελάτης έχει κοινοποιήσει με τη φωνή, τις λέξεις  και  το σώμα  του. Ένας καλός αναστοχασμός  προάγει την περίσκεψη, τη συζήτηση και την ανάληψη δράσης  (σ.198).  Ο Donovan (2007), στηριζόμενος στη φιλοσοφία του Habermas, θεωρεί  ότι οι αναστοχασμοί πρέπει να ενσαρκώνουν σεβασμό, ισότητα και  δικαιοσύνη.

Ένας καλός αναστοχασμός  βασίζεται στη  θεμελιώδη [1] ακρόαση (radical listening). Η θεμελιώδης  ακρόαση σημαίνει, πάνω απ ‘όλα, αποδοχή. Είναι το είδος της ακρόασης που  ούτε κρίνει, ούτε κατακρίνει, αλλά αντίθετα  εξετάζει στο τι έχει ειπωθεί  (spoken) αλλά και το τι δεν έχει ειπωθεί (unspoken) στο  λόγο. Η θεμελιώδης ακρόαση, διακόπτει τον συνομιλητή μόνο όταν τα λόγια αποτυγχάνουν να μεταφέρουν την ιστορία  με τρόπο  αυθεντικό (Weingarten, 1995, 2010β).

Αν ή πίστα του χορού  είναι μεταφορικά η θεμελιώδης  ακρόαση,  ο χορός διεξάγεται  μεταξύ του αναστοχασμού (reflection)  και της αδερφής ψυχής του, της αναστοχαστικότητας (reflexitivity). Ενώ o αναστοχασμός  είναι περισσότερο  μια εμβύθιση στην εμπειρία των άλλων με σκοπό την νοηματοδότηση και την “βαθιά” κατανόηση, η αναστοχαστικότητα είναι μια  διεργασία που μας επιτρέπει να σκεφτούμε, να φιλτράρουμε και να ζυγίσουμε τις εσωτερικές μας απαντήσεις που  αφορούν τις  αξίες, τις προκαταλήψεις, ή τις αντιδράσεις μας.  Αν το  έργο της θεραπείας είναι να βοηθήσει να γίνει το ξένο οικείο για τους θεραπευόμενους, για τους θεραπευτές ισχύει το αντίθετο ακριβώς. Η δουλειά μας είναι να χρησιμοποιήσουμε την αναστοχαστικότητα  για να κάνουμε  το οικείο ξένο. Πρέπει να είμαστε σε θέση να αμφισβητήσουμε όσα θεωρούμε δεδομένα ώστε να παρουσιαστούμε  στους  ανθρώπους  με φρέσκο μυαλό και  καρδιά  (Weingarten, 2016).

Για τον  Gergen (1999) αυτό σημαίνει  “να αποκλείουμε  το προφανές, να μπορούμε να αντιληφθούμε  τις διαφορετικές διαστρωματώσεις  της πραγματικότητας” (σελ. 50).

Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια θεραπευτική συνθήκη  στην οποία ο πελάτης θα  αισθάνεται ότι έχει ακουστεί, ότι  έχει γίνει κατανοητός, ότι τα συναισθήματα του είναι έγκυρα. Με την θεραπευτική φροντίδα και το ενδιαφέρον  οι πελάτες μας μπορεί να  αισθανθούν  ότι εκείνο  που έχει αποσπαστεί ή κατακερματισθεί μέσα τους επιστρέφει και πάλι, αποκαθίσταται,  γίνεται Όλον ξανά.

Ελπίζουμε ότι με τον τρόπο αυτό  ένα νέο αίσθημα θα προκύψει, ένα αίσθημα ανακούφισης που συνοδεύει την επιστροφή  των ανθρώπων στο σπίτι τους (Weingarten, 2016).

 

 

Βιβλιογραφία

Barnhart, C. L., Steinmetz, S., & Barnhart, R. K. (1973). The Barnhart dictionary of new English since 1963. Bronxville, NY: Barnhart/Harper & Row.

Donovan, M. (2007). Ethics and reflecting processes: A systemic perspective.Journal of Social Work Practice, 21 (2), 225–233.

Gergen, K. J. (1999).An invitation to social construction. London: Sage.

Weingarten, K. (1995). Radical listening: Challenging cultural beliefs for and about mothers. In K. Weingarten (Ed.),Cultural resistance: Challenging beliefs about men, women, and therapy(pp. 7–22). New York/England: Harrington Park Press/Haworth Press

Weingarten, K. (2010b). Reasonable hope: Construct, clinical applications, and supports.Family Process, 49(1),5–25.

Weingarten, K. (2016), The Art of Reflection: Turning the Strange into the Familiar. Fam. Proc., 55: 195–210. doi:10.1111/famp.12158

White, M. (1995). Reflecting teams as definitional ceremony. In M. White (Ed.),Re-authoring lives: Interviews & essays (pp. 172–198). Adelaide, Australia: Dulwich Centre Publications

 

[1]  Πρόκειται για ελεύθερη απόδοση στα Ελληνικά του Αγγλικού όρου radical listening. Προτιμήσαμε τον όρο θεμελιώδης παρά ριζικός γιατί θεωρούμε οτι  αποδίδει καλύτερα στην Ελληνική γλώσσα την σχετική έννοια.

Photo: Miro_ Femmes et oiseaux dans la nuit

Poem by J.Fox

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Psychology now.gr